Είναι τέσσερις τα ξημερώματα και η κλινική είναι ήσυχη. Μια ειδικευόμενη γιατρός βρίσκεται όρθια εδώ και εννέα ώρες. Είναι εξαντλημένη, οι μύες της πονούν και τα μάτια της έχουν κουραστεί, αλλά όταν η βάρδιά της τελειώνει στις έξι το πρωί και επιτέλους επιστρέφει στο σπίτι, δυσκολεύεται να κοιμηθεί.
Το εσωτερικό της βιολογικό ρολόι, διαμορφωμένο μέσα από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης ώστε να συγχρονίζει τη βιολογία του ανθρώπου με την ανατολή και τη δύση του ήλιου, επιμένει ότι είναι πρωί. Ώρα να ξυπνήσει. Ώρα να είναι σε εγρήγορση. Κανένα σκοτάδι, καμία ωτοασπίδα και κανένα αδιαφανές στόρι δεν μπορούν να το σιγήσουν εντελώς.
Δείτε Πότε η ελιά που βγάζεις δεν είναι και τόσο αθώα;
Δεν πρόκειται για προσωπική αδυναμία. Πρόκειται για τη σύγκρουση ανάμεσα στις απαιτήσεις της δουλειάς της και σε μερικούς από τους πιο θεμελιώδεις βιολογικούς μηχανισμούς του ανθρώπινου σώματος. Το ίδιο συμβαίνει, αόρατα, στη ζωή εκατομμυρίων εργαζομένων σε βάρδιες. Ανάμεσά τους βρίσκονται νοσηλευτές, διασώστες, μηχανικοί, οδηγοί φορτηγών και εργάτες εργοστασίων, που κρατούν τη χώρα σε λειτουργία ενώ όλοι οι υπόλοιποι κοιμούνται.
Και τα επιστημονικά στοιχεία σχετικά με το τί τους κοστίζει αυτή η αδιάκοπη μάχη με το εσωτερικό τους βιολογικό ρολόι και τον σύγχρονο τρόπο ζωής –σε εμφράγματα, εγκεφαλικά επεισόδια, καρκίνο, ψυχικές διαταραχές και, πολύ πιθανόν, στις πολύτιμες αναμνήσεις τους– γίνονται ολοένα και πιο δύσκολο να αγνοηθούν.
⏳ Δείτε και άλλες ειδήσεις για ΥΠΝΟΣ
Τώρα οι επιστήμονες αρχίζουν να διερευνούν κατά πόσο η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο κοιμόμαστε μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό των επιπτώσεων της νυχτερινής εργασίας και ενδεχομένως να μετριάσει τις αρνητικές συνέπειες του διαταραγμένου ύπνου. Οι μελέτες τους εξετάζουν επίσης μια απρόσμενη θεωρία: ότι ο διαχωρισμός του ύπνου σε δύο ξεχωριστές περιόδους –αντί της προσπάθειας για έναν μεγάλο συνεχόμενο ύπνο κατά τη διάρκεια της ημέρας– ίσως αποτελεί το αποτελεσματικότερο πρότυπο ύπνου για όσους εργάζονται τη νύχτα.
Το κόστος της εργασίας σε βάρδιες
Για να κατανοήσουμε τι προκαλεί η εργασία σε βάρδιες στον οργανισμό, αξίζει να εξετάσουμε τι δείχνουν οι νεότερες έρευνες για τον ίδιο τον ύπνο. Ο ύπνος κάνει πολύ περισσότερα από το να ξεκουράζει απλώς τον εγκέφαλο και το σώμα.
Όταν κοιμόμαστε, ο εγκέφαλός μας οργανώνει και σταθεροποιεί τις αναμνήσεις της ημέρας, επεξεργάζεται τα συναισθήματα και επιλύει προβλήματα που παρέμεναν άλυτα όσο ήμασταν ξύπνιοι. Παράλληλα, ενισχύει την άμυνα του ανοσοποιητικού συστήματος και επιδιορθώνει τον μυϊκό ιστό.
Ο καθηγητής Ράσελ Φόστερ, επιστήμονας του ύπνου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, έχει αφιερώσει την καριέρα του στη μελέτη της βιολογίας του κοιμώμενου εγκεφάλου.
«Ο ύπνος είναι ένας από τους θεμελιώδεις πυλώνες της υγείας μας», λέει, «όπως ακριβώς η διατροφή και η άσκηση. Πρέπει να μάθουμε να τον διαχειριζόμαστε σωστά».
Υπό αυτό το πρίσμα, η επιβάρυνση της εργασίας σε βάρδιες γίνεται ευκολότερα αντιληπτή: δεν αφορά μόνο την κούραση, αλλά και τη συνεχή διατάραξη ενός συστήματος που επιτελεί πολύ περισσότερες λειτουργίες απ’ όσες αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι άνθρωποι.
Μία από τις πιο εντυπωσιακές ανακαλύψεις των τελευταίων ετών είναι ότι, ενώ κοιμόμαστε, ο εγκέφαλος αυτοκαθαρίζεται. Βαθιά μέσα στη φαιά ουσία υπάρχει ένα δίκτυο αποχέτευσης, γνωστό ως γλυμφατικό σύστημα. Υγρό κυκλοφορεί μέσα από μικροσκοπικά κανάλια δίπλα στα αιμοφόρα αγγεία του εγκεφάλου, απομακρύνοντας τα άχρηστα προϊόντα του μεταβολισμού που συσσωρεύονται κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Τι συμβαίνει όμως όταν ο ύπνος διαταράσσεται και αυτή η διαδικασία καθαρισμού παρεμποδίζεται;
Ο καθηγητής Χιου Μάρκους, νευρολόγος και επικεφαλής της ομάδας αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, έχει αρχίσει να δίνει απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα.
Ο Μάρκους και ο φοιτητής Ιατρικής Γιούτονγκ Τσεν ανέλυσαν εγκεφαλικές απεικονίσεις περισσότερων από 40.000 ατόμων, οι οποίες προέρχονταν από τη μεγάλη βάση δεδομένων του UK Biobank, που συγκεντρώνει για πάνω από μία δεκαετία ιατρικά αρχεία και απεικονιστικές εξετάσεις. Όλοι οι συμμετέχοντες ήταν υγιείς όταν πραγματοποιήθηκαν οι εξετάσεις τους.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι μπορούσαν να εντοπίσουν ποιοι είχαν δυσλειτουργία στο σύστημα αποχέτευσης του εγκεφάλου. Το σημαντικότερο όμως εύρημα ήταν ότι όσοι παρουσίαζαν τη μεγαλύτερη διαταραχή είχαν σημαντικά αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν άνοια αρκετά χρόνια αργότερα.
«Η διαταραχή αυτής της ροής», εξηγεί, «έπαιζε σημαντικό ρόλο στην πρόβλεψη του ποιοι άνθρωποι, μέσα στον γενικό πληθυσμό, θα εμφάνιζαν άνοια.»
Ανάμεσα στις ουσίες που απομακρύνει το γλυμφατικό σύστημα βρίσκονται οι πρωτεΐνες αμυλοειδές και ταυ, οι οποίες συσσωρεύονται στους εγκεφάλους των ανθρώπων με νόσο Αλτσχάιμερ. Ακόμη και μία μόνο νύχτα χωρίς ύπνο αυξάνει μετρήσιμα τα επίπεδα αμυλοειδούς στο υγρό που περιβάλλει τον εγκέφαλο. Αν αυτό επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, για χρόνια, οι συνέπειες προκαλούν ανησυχία.
Μια σουηδική μελέτη του Ινστιτούτου Καρολίνσκα, η οποία παρακολούθησε περισσότερους από 13.000 εργαζόμενους σε βάρδιες –συμπεριλαμβανομένων όσων εργάζονταν νύχτα– για διάστημα έως και 41 ετών, διαπίστωσε ότι η εργασία σε βάρδιες κατά τη μέση ηλικία συνδεόταν με 36% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας. Ο κίνδυνος αυξανόταν όσο περισσότερα χρόνια εργαζόταν κάποιος σε βάρδιες.
Ο Φόστερ είναι προσεκτικός ώστε να μην υπερεκτιμά αυτή τη σχέση.
«Δεν θα λέγαμε ότι ο κακός ύπνος προκαλεί άνοια», τονίζει. «Αλλά αν κάποιος είναι ήδη ευάλωτος, τότε αποτελεί έναν πιθανό παράγοντα κινδύνου.»
Τα δεδομένα του Μάρκους υποδεικνύουν μια πιθανή σύνδεση, ωστόσο ο ίδιος επισημαίνει ότι προς το παρόν πρόκειται για υπόθεση και ότι πιθανότατα εμπλέκονται πολλοί ακόμη παράγοντες.
«Ο ύπνος έχει σημασία», λέει, «αλλά εξίσου σημαντικοί είναι οι μεγάλοι αγγειακοί παράγοντες κινδύνου – η αρτηριακή πίεση, το κάπνισμα και ο διαβήτης. Σπάνια αναφέρεται πόσο μεγάλο μέρος του κινδύνου για Αλτσχάιμερ οφείλεται σε αυτούς, δηλαδή σε παράγοντες πάνω στους οποίους μπορούμε πραγματικά να παρέμβουμε.»
Υπάρχουν επίσης ολοένα και περισσότερες ενδείξεις ότι οι διαταραχές του ύπνου μπορεί να αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων. Ανάλυση 35 μελετών, που δημοσιεύθηκε πέρυσι, έδειξε ότι όταν ο ύπνος περιορίζεται σε περίπου 4,5 ώρες για τρεις ή περισσότερες συνεχόμενες νύχτες, αυξάνεται σημαντικά η δραστηριότητα του ανοσοποιητικού συστήματος. Αν και αυτή η αντίδραση είναι φυσιολογική όταν ο οργανισμός καταπολεμά μια λοίμωξη, προκαλεί επίσης φλεγμονή, η οποία όταν γίνεται χρόνια συνδέεται με καρδιοπάθειες.
Η διαταραχή του ύπνου αυξάνει ακόμη τα επίπεδα της κορτιζόλης, της ορμόνης του στρες. Αυτό ευνοεί την αντίσταση στην ινσουλίνη και ωθεί τον οργανισμό προς μια διαβητική κατάσταση. Τα υψηλά επίπεδα κορτιζόλης επιδεινώνουν με τη σειρά τους ακόμη περισσότερο τον ύπνο, εγκλωβίζοντας τους εργαζόμενους σε έναν φαύλο κύκλο. Αν προστεθούν και τα γλυκά ή τα πρόχειρα σνακ που καταναλώνουν πολλοί εργαζόμενοι στη διάρκεια της νύχτας για να παραμείνουν ξύπνιοι, δημιουργείται ένα εξαιρετικά ανθυγιεινό μείγμα.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η Διεθνής Υπηρεσία Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας έχει χαρακτηρίσει τη νυχτερινή εργασία σε βάρδιες ως «πιθανώς καρκινογόνο για τον άνθρωπο», κατατάσσοντάς την στην ίδια κατηγορία κινδύνου με το κόκκινο κρέας. Η αξιολόγηση βασίζεται σε ενδείξεις που τη συνδέουν με καρκίνο του μαστού, του προστάτη, του παχέος εντέρου και του ορθοκολικού συστήματος.
Αυτό ενδέχεται να συμβαίνει επειδή η διαταραχή του κιρκαδικού ρυθμού επηρεάζει την παραγωγή της μελατονίνης – μιας ορμόνης που θεωρείται ότι διαθέτει αντικαρκινικές ιδιότητες – ενώ ταυτόχρονα μειώνεται η έκθεση στο φυσικό φως και συνεπώς τα επίπεδα βιταμίνης D. Παράλληλα, η χρόνια χαμηλού βαθμού φλεγμονή που προκαλεί η έλλειψη ποιοτικού ύπνου ενδέχεται επίσης να συμβάλλει στον αυξημένο κίνδυνο.
Διφασικός ύπνος
Για τα περισσότερα από τρία εκατομμύρια άτομα στο Ηνωμένο Βασίλειο που εργάζονται σε νυχτερινές βάρδιες και δεν έχουν την πολυτέλεια να αποφύγουν τη διαταραχή του ύπνου τους, όλα αυτά ίσως ακούγονται ιδιαίτερα ανησυχητικά. Ωστόσο, οι ερευνητές αρχίζουν πλέον να εντοπίζουν πρακτικές που ίσως βοηθούν.
Η δρ Λάιν Βικτόρια Μόεν, ερευνήτρια στο Εθνικό Ινστιτούτο Επαγγελματικής Υγείας της Νορβηγίας στο Όσλο, εξετάζει κατά πόσο ένας προγραμματισμένος υπνάκος μπορεί να αποτελεί μέρος της λύσης.
Η ερευνητική ομάδα εντόπισε ενδιαφέροντα ευρήματα μελετώντας εργαζόμενους σε βάρδιες στον Αρκτικό Κύκλο, όπου το καλοκαίρι ο ήλιος σχεδόν δεν δύει ποτέ και ο ύπνος πρέπει να «κερδηθεί» μέσα στην αδιάκοπη ημέρα. Ήταν το ιδανικό φυσικό εργαστήριο για να μελετηθεί η σύγκρουση ανάμεσα στο βιολογικό ρολόι και το περιβάλλον.
Η Μόεν παρακολούθησε εργαζόμενους στον βορρά της Νορβηγίας. Οι συμμετέχοντες φορούσαν δαχτυλίδια Oura, τα οποία κατέγραφαν τον ύπνο τους. Καθώς ανέλυε τα δεδομένα, διαπίστωσε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Πολλοί δεν έπεφταν για έναν μακρύ, εξαντλητικό ύπνο μόλις επέστρεφαν στο σπίτι. Αντίθετα, κοιμόνταν σε δύο ξεχωριστές περιόδους: από τις εννέα το πρωί έως τη μία το μεσημέρι και έπειτα ξανά το απόγευμα, πριν από την επόμενη βάρδια.
«Το σώμα τους τούς αναγκάζει να ξυπνήσουν», εξηγεί, «και να αναπληρώσουν επιπλέον ύπνο αργότερα μέσα στην ημέρα.»
Αυτό το μοτίβο ονομάζεται διφασικός ύπνος. Σημαίνει ότι ο ύπνος χωρίζεται σε δύο διακριτές περιόδους μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο αντί για μία. Παράλληλα, θυμίζει κάτι που οι ιστορικοί του ύπνου έχουν επισημάνει εδώ και χρόνια: πριν από την εξάπλωση του τεχνητού φωτισμού, οι άνθρωποι συχνά κοιμούνταν σε δύο ξεχωριστά στάδια. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι αυτό ίσως αποτελεί έναν πιο φυσικό ρυθμό, αν και οι βιολογικοί μηχανισμοί που τον εξηγούν εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης.
Δείτε Ανακαλύπτεις κρέας 2 ετών στο βάθος της κατάψυξής σου, το μαγειρεύεις;
Ο Ρότζερ Έκιρτς, ιστορικός στο Virginia Tech, ο οποίος έχει αφιερώσει σαράντα χρόνια στη μελέτη αρχείων της προβιομηχανικής Ευρώπης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ύπνος σε δύο μέρη αποτελούσε το κυρίαρχο πρότυπο στον δυτικό κόσμο μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα.
Σύμφωνα με τα ευρήματά του, μια τυπική οικογένεια πήγαινε για ύπνο γύρω στις εννέα το βράδυ, ξυπνούσε φυσικά μετά τα μεσάνυχτα για περίπου μία ώρα – για προσευχή, δουλειές του σπιτιού ή συζήτηση – και στη συνέχεια επέστρεφε σε αυτό που αποκαλούσαν «δεύτερο ύπνο».
Το μοτίβο αυτό διατηρήθηκε μέχρι που ο τεχνητός φωτισμός άλλαξε τη νυχτερινή ζωή. Όταν οι λάμπες αερίου άρχισαν να φωτίζουν τους δρόμους του Λονδίνου το 1807, οι άνθρωποι άρχισαν να μένουν ξύπνιοι περισσότερο. Το διάστημα ανάμεσα στους δύο ύπνους μειώθηκε σταδιακά και τελικά εξαφανίστηκε.
πηγή: BBC
