Ποια συνήθεια στο φαγητό πρέπει να ακολουθήσετε για να αποφύγετε την άνοια; Πόσες ώρες πριν τον ύμνο θα πρέπει να σταματάτε το φαγητό;
Ο περιορισμός των γευμάτων και των σνακ μέσα σε ένα χρονικό παράθυρο εννέα ωρών, καθώς και η αποφυγή φαγητού για τέσσερις ώρες πριν από τον ύπνο, ενδέχεται να συμβάλλουν στην πρόληψη της γνωστικής έκπτωσης σε μεγαλύτερη ηλικία, σύμφωνα με ερευνητές.
Μια πιλοτική μελέτη σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας με υπέρβαρο ή παχυσαρκία έδειξε ενδείξεις βελτίωσης των νοητικών λειτουργιών σε όσες κατανάλωναν τα γεύματά τους μέσα στο περιορισμένο χρονικό διάστημα, σε σύγκριση με εκείνες που έτρωγαν σε μεγαλύτερο χρονικό εύρος μέσα στην ημέρα.
Δείτε Μωβ «θησαυρός» υγείας: Το λαχανικό που πρέπει να βάλεις αμέσως στη διατροφή σου
Το εύρημα θεωρείται ακόμη προκαταρκτικό, καθώς η μελέτη περιλάμβανε μικρό αριθμό συμμετεχόντων. Ωστόσο, αν επιβεβαιωθεί από μεγαλύτερες έρευνες, θα μπορούσε να σημαίνει ότι οι άνθρωποι μπορούν να προστατεύσουν τις γνωστικές τους ικανότητες, περιορίζοντας το χρονικό διάστημα κατά το οποίο τρώνε και αποφεύγοντας το φαγητό αργά το βράδυ.
Η απώλεια βάρους από μόνη της μπορεί να επιβραδύνει τη γνωστική έκπτωση στην τρίτη ηλικία, δήλωσε η καθηγήτρια διατροφικής επιστήμης του Πανεπιστημίου Rutgers στο Νιου Τζέρσεϊ, Σου Σάπσες. Ωστόσο, όπως εξήγησε, ενδέχεται να υπάρχουν «πρόσθετα οφέλη» για όσους δεν τρώνε εκτός ενός παραθύρου οκτώ έως εννέα ωρών και σταματούν να τρώνε τουλάχιστον τέσσερις ώρες πριν κοιμηθούν.
Η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο άνοιας
Η άνοια αποτελεί την κύρια αιτία θανάτου στο Ηνωμένο Βασίλειο και την έβδομη παγκοσμίως, προκαλώντας σχεδόν δύο εκατομμύρια θανάτους κάθε χρόνο. Αν και ορισμένοι παράγοντες κινδύνου, όπως η ηλικία και η κληρονομικότητα, δεν μπορούν να αλλάξουν, οι ειδικοί εκτιμούν ότι σχεδόν οι μισές περιπτώσεις θα μπορούσαν να προληφθούν ή να καθυστερήσουν μέσω αλλαγών στον τρόπο ζωής.
Η παχυσαρκία στη μέση ηλικία, ειδικότερα, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας αργότερα στη ζωή κατά περίπου 30%.
Τι έδειξε η μελέτη
Η ερευνητική ομάδα πραγματοποίησε μια μικρή κλινική δοκιμή με 47 γυναίκες ηλικίας 50 έως 79 ετών, οι οποίες ήταν υπέρβαρες ή παχύσαρκες. Όλες οι συμμετέχουσες κλήθηκαν να μειώσουν την ημερήσια πρόσληψη κατά περίπου 500 θερμίδες για έξι μήνες.
Από αυτές, οι 26 ακολούθησαν πρόγραμμα διατροφής με χρονικό περιορισμό εννέα ωρών, καταναλώνοντας συνήθως τα γεύματά τους μεταξύ 10 το πρωί και 6 το απόγευμα. Οι υπόλοιπες συνέχισαν να τρώνε μέσα σε χρονικό διάστημα περίπου 12 ωρών.
Στο τέλος της μελέτης, και οι δύο ομάδες είχαν χάσει περίπου το ίδιο βάρος, κατά μέσο όρο επτά κιλά.
Ωστόσο, τα γνωστικά τεστ αποκάλυψαν ότι οι γυναίκες που περιόρισαν τα γεύματά τους στις εννέα ώρες είχαν καλύτερες επιδόσεις σε δοκιμασίες χωρικού σχεδιασμού και επίλυσης προβλημάτων. Παράλληλα, υπήρξαν ενδείξεις ότι έκαναν λιγότερα λάθη σε τεστ μνήμης και μάθησης, αν και σε ορισμένες δοκιμασίες που αξιολογούσαν την ταυτόχρονη εκτέλεση πολλών εργασιών και τον χρόνο αντίδρασης δεν παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων.
Η καθηγήτρια χαρακτήρισε τα αποτελέσματα «μέτρια», αλλά υποστήριξε ότι δείχνουν πως η χρονικά περιορισμένη διατροφή μπορεί να βελτιώνει την ικανότητα των ανθρώπων να θυμούνται πληροφορίες που χρειάζονται στην καθημερινότητά τους και να μειώνει τα λάθη που σχετίζονται με τη μνήμη, την προσοχή και την επίλυση προβλημάτων.
Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν στο συνέδριο Nutrition 2026, την ετήσια συνάντηση της Αμερικανικής Εταιρείας Διατροφής, που πραγματοποιήθηκε στο Μέριλαντ των ΗΠΑ.
Γιατί έχει σημασία και η ώρα που τρώμε
Οι ερευνητές σχεδιάζουν τώρα να διερευνήσουν γιατί, εκτός από το τι τρώμε, σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζει και το πότε τρώμε. Τα πιθανά οφέλη ενδέχεται να οφείλονται στη σύνθετη αλληλεπίδραση του κιρκάδιου ρυθμού, του μεταβολισμού και της φλεγμονής.
Σε πολλές χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι άνθρωποι καταναλώνουν τροφή μέσα σε χρονικό διάστημα περίπου 14 ωρών την ημέρα, αφήνοντας μόλις 10 ώρες νυχτερινής νηστείας.
Ωστόσο, προηγούμενες έρευνες δείχνουν ότι η μεγαλύτερη διάρκεια νυχτερινής αποχής από το φαγητό μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη για την υγεία. Ανασκόπηση μελετών που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο έδειξε ότι η ολοκλήρωση του τελευταίου γεύματος πριν από τις 7 το απόγευμα συνδέεται με σημαντικές βελτιώσεις στο σωματικό βάρος, τον δείκτη μάζας σώματος (BMI), την περίμετρο μέσης, την αρτηριακή πίεση και διάφορους δείκτες μεταβολικής υγείας.
Η καθηγήτρια Γουέντι Χολ, επικεφαλής του Τμήματος Διατροφικών Επιστημών στο King’s College του Λονδίνου, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, δήλωσε ότι ο περιορισμός των γευμάτων σε ένα στενό χρονικό παράθυρο είναι πιθανό να ωφελεί και τον εγκέφαλο.
Δείτε Πού πηγαίνει το σπέρμα όταν δεν γίνεται εκσπερμάτιση για πολύ καιρό;
Όπως ανέφερε, η χρονικά περιορισμένη διατροφή αποτελεί μια λογική προσέγγιση για την υποστήριξη της γνωστικής υγείας στη μέση και μεγαλύτερη ηλικία, ιδιαίτερα σε άτομα με υπερβολικό βάρος. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στη διευκόλυνση της απώλειας βάρους, αλλά και στο γεγονός ότι η αποφυγή μεγάλων γευμάτων αργά το βράδυ μπορεί να βελτιώσει τον έλεγχο του σακχάρου στο αίμα, τη λειτουργία των αιμοφόρων αγγείων και να μειώσει τη φλεγμονή.
Παρ’ όλα αυτά, η ίδια τόνισε ότι τα ευρήματα παραμένουν προκαταρκτικά και ότι θα πρέπει να δημοσιευθεί η πλήρης μελέτη, αξιολογημένη από ανεξάρτητους επιστήμονες, ώστε να διαπιστωθεί εάν οι παρατηρούμενες βελτιώσεις έχουν πραγματική κλινική σημασία.
πηγή: theguardian
