Στο μικροσκόπιο της φορολογικής διοίκησης μπαίνουν οι κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί, καθώς η ΑΑΔΕ εντείνει τους ελέγχους σε γονικές παροχές, δωρεές και μεταφορές χρημάτων μεταξύ συγγενών.
Ακόμη και μια φαινομενικά απλή μεταφορά χρημάτων από κοινό λογαριασμό σε ατομικό ή σε άλλο λογαριασμό με διαφορετικούς συνδικαιούχους μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να χαρακτηριστεί δωρεά, με συνέπεια την επιβολή φόρου και την έναρξη φορολογικού ελέγχου.
Δείτε Μπίρα, κρασί ή κοκτέιλ; Το ποτό που έχει τις λιγότερες θερμίδες
Με περισσότερες από 1.000 υποθέσεις χρηματικών γονικών παροχών και δωρεών στο φετινό πρόγραμμα ελέγχων, οι φορολογικές αρχές εξετάζουν πλέον όχι μόνο ποιος πραγματοποίησε τη μεταφορά, αλλά και ποιος ήταν ο πραγματικός ωφελούμενος των χρημάτων.
Τι εξετάζουν οι ελεγκτές
Το ενδιαφέρον της ΑΑΔΕ δεν περιορίζεται στις κλασικές περιπτώσεις αδήλωτων εισοδημάτων. Στο επίκεντρο βρίσκονται πλέον οι μεταφορές κεφαλαίων μεταξύ συγγενικών προσώπων, οι γονικές παροχές, οι δωρεές και οι κινήσεις που πραγματοποιούνται μέσω κοινών τραπεζικών λογαριασμών.
Οι ελεγκτές αναζητούν περιπτώσεις στις οποίες μια απλή τραπεζική συναλλαγή ενδέχεται να υποκρύπτει μεταβίβαση περιουσίας που θα έπρεπε να έχει δηλωθεί φορολογικά με διαφορετικό τρόπο.
Τι ισχύει για τους συνδικαιούχους
Η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει μια σημαντική παράμετρο που συχνά αγνοούν οι φορολογούμενοι: η ιδιότητα του συνδικαιούχου δεν συνεπάγεται αυτομάτως δικαίωμα επί του συνόλου των χρημάτων που βρίσκονται σε έναν κοινό λογαριασμό.
Για την Εφορία καθοριστικής σημασίας είναι ποιος κατέθεσε τα χρήματα, ποιος δημιούργησε το διαθέσιμο υπόλοιπο και ποιος τελικά ωφελήθηκε από τη χρήση τους.
Εφόσον διαπιστωθεί ότι ένας συνδικαιούχος δεν συνέβαλε στη δημιουργία των κεφαλαίων αλλά απέκτησε τον έλεγχό τους ή τα αξιοποίησε προς όφελός του, η μεταφορά μπορεί να χαρακτηριστεί δωρεά και να φορολογηθεί ανάλογα.
Πάνω από 1.000 έλεγχοι για δωρεές και γονικές παροχές
Σύμφωνα με τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της ΑΑΔΕ, μέσα στο έτος θα ελεγχθούν 1.080 υποθέσεις που αφορούν χρηματικές γονικές παροχές και δωρεές.

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ενδείξεις καταστρατήγησης του αφορολόγητου ορίου των 800.000 ευρώ ή προσπάθειες μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων μέσω συγγενικών προσώπων με στόχο την αποφυγή φορολογικών επιβαρύνσεων.
Το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ και οι παγίδες
Το ισχύον πλαίσιο προβλέπει πλήρη φοροαπαλλαγή για χρηματικές γονικές παροχές και δωρεές έως 800.000 ευρώ μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού, όπως γονείς, παιδιά, σύζυγοι, παππούδες, γιαγιάδες και εγγόνια.
Ωστόσο, η απαλλαγή ισχύει μόνο όταν η μεταφορά πραγματοποιείται μέσω του τραπεζικού συστήματος και δηλώνεται κανονικά στις φορολογικές αρχές.
Σε περίπτωση που δεν αποδεικνύεται η τραπεζική διαδρομή των χρημάτων ή δεν προσκομίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, η φορολογική διοίκηση μπορεί να μην αναγνωρίσει το αφορολόγητο όριο. Τότε ο φόρος επιβάλλεται από το πρώτο ευρώ, με συντελεστές που μπορεί να φτάσουν το 10%, το 20% ή ακόμη και το 40%, ανάλογα με τον βαθμό συγγένειας.
Προσοχή στα μετρητά και στις διαδοχικές μεταφορές
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις γονικές παροχές που πραγματοποιούνται με μετρητά. Η νομοθεσία προβλέπει ότι όταν η μεταφορά χρημάτων δεν γίνεται μέσω τραπεζικού ιδρύματος, χάνεται το αφορολόγητο και επιβάλλεται φόρος 10% από το πρώτο ευρώ.
Δείτε Πώς 8 κάστορες έσωσαν το Λονδίνο από πλημμύρες
Παράλληλα, στο μικροσκόπιο βρίσκονται και οι διαδοχικές μεταφορές χρημάτων μεταξύ συγγενών. Οι ελεγκτές εξετάζουν περιπτώσεις όπου ένα ποσό περνά από περισσότερα πρόσωπα πριν καταλήξει στον τελικό αποδέκτη, προκειμένου να διαπιστώσουν αν επιχειρείται τεχνητή αξιοποίηση φορολογικών απαλλαγών.
Εφόσον αποδειχθεί τέτοια πρακτική, η φορολογική διοίκηση μπορεί να επιβάλει φόρο χωρίς να αναγνωρίσει τις προβλεπόμενες απαλλαγές.
Τι ισχύει για μικρά ποσά μέσω IRIS
Αντίθετα, μικρές μεταφορές χρημάτων για καθημερινές ανάγκες δεν δημιουργούν συνήθως φορολογικό ζήτημα.
Για παράδειγμα, η αποστολή μικρών ποσών μέσω IRIS από γονείς προς παιδιά για χαρτζιλίκι ή για την κάλυψη καθημερινών εξόδων δεν θεωρείται κατά κανόνα δωρεά και δεν απαιτεί την υποβολή σχετικής δήλωσης, ιδιαίτερα όταν αφορά προστατευόμενα μέλη της οικογένειας.











