«Για να καταλάβεις τι τρώνε οι άγγελοι, αρκεί να δοκιμάσεις ένα καρπούζι», είχε γράψει ο Μαρκ Τουέιν. Αν όμως οι άγγελοι είχαν δοκιμάσει τον άγριο πρόγονο του σημερινού καρπουζιού, πιθανότατα θα είχαν διαφορετική άποψη.
Πριν από χιλιάδες χρόνια, το καρπούζι ήταν ένας πικρός καρπός με σκληρή και ανοιχτόχρωμη σάρκα, πολύ διαφορετικός από το γλυκό, κόκκινο φρούτο που καταναλώνουμε σήμερα. Χρειάστηκαν περίπου 5.000 χρόνια καλλιέργειας και επιλεκτικής αναπαραγωγής για να αποκτήσει τη μορφή που γνωρίζουμε.
Δείτε ΔΥΠΑ: Πόσα ένσημα χρειάζεται για το επίδομα ανεργίας
Ο ισραηλινός ερευνητής Χάρι Πάρις, ειδικός στην ιστορία των καλλιεργειών, αφιέρωσε χρόνια μελετώντας αρχαία εβραϊκά κείμενα, τοιχογραφίες, αρχαιολογικά ευρήματα και μεσαιωνικά χειρόγραφα, προκειμένου να ανασυνθέσει την πορεία του καρπουζιού μέσα στους αιώνες.
Η καταγωγή του καρπουζιού
Οι επιστήμονες συμφωνούν ότι το καρπούζι έχει τις ρίζες του στην Αφρική. Ωστόσο, για πολλά χρόνια υπήρχε διαφωνία σχετικά με την ακριβή περιοχή προέλευσής του.
Σύμφωνα με τον Πάρις, ο πιο πιθανός πρόγονος του σύγχρονου καρπουζιού είναι ένα άγριο είδος που εξακολουθεί να φυτρώνει στις ερήμους της Αιγύπτου και του Σουδάν. Οι καρποί του είναι μικροί, πικροί και με σκληρή σάρκα, θυμίζοντας ελάχιστα το σημερινό καρπούζι.
Το φρούτο των Φαραώ
Αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν ότι οι άνθρωποι κατανάλωναν καρπούζια εδώ και χιλιάδες χρόνια. Σπόροι καρπουζιού έχουν βρεθεί σε οικισμούς ηλικίας περίπου 5.000 ετών στη Λιβύη, ενώ απεικονίσεις του φρούτου έχουν εντοπιστεί και σε αιγυπτιακούς τάφους ηλικίας άνω των 4.000 ετών, ακόμη και στον τάφο του Τουταγχαμών.
Το ερώτημα είναι γιατί οι αρχαίοι Αιγύπτιοι επέλεξαν να καλλιεργήσουν έναν καρπό που ήταν πικρός και όχι ιδιαίτερα εύγευστος.
Η απάντηση βρίσκεται πιθανότατα στο νερό. Σε αντίθεση με άλλα φρούτα, τα καρπούζια μπορούσαν να διατηρηθούν για εβδομάδες ή ακόμη και μήνες χωρίς να χαλάσουν, αποτελώντας πολύτιμη πηγή ενυδάτωσης σε ξηρές περιοχές και κατά τη διάρκεια μεγάλων ταξιδιών.
Αυτός είναι και ο λόγος που βρέθηκαν σε βασιλικούς τάφους. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι οι νεκροί θα χρειάζονταν νερό στο ταξίδι τους προς τη μεταθανάτια ζωή.
Από πικρό σε γλυκό
Οι πρώτοι καλλιεργητές προσπάθησαν αρχικά να εξαλείψουν την πικρή γεύση του καρπού. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η πικράδα ελεγχόταν από ένα μόνο κυρίαρχο γονίδιο, γεγονός που διευκόλυνε τη σταδιακή εξαφάνισή της μέσω της επιλογής των καλύτερων φυτών.
Στη συνέχεια, οι καλλιεργητές επικεντρώθηκαν στη βελτίωση της υφής και της γεύσης. Έτσι, το σκληρό και σχεδόν άγευστο καρπούζι άρχισε σταδιακά να γίνεται πιο μαλακό και ευχάριστο στην κατανάλωση.
Η εξάπλωση στη Μεσόγειο
Από την αρχαία Αίγυπτο το καρπούζι εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς αναφέρονται συχνά στο φρούτο και στις θεραπευτικές του ιδιότητες.
Ο Ιπποκράτης και ο Διοσκουρίδης το θεωρούσαν χρήσιμο για την αντιμετώπιση της αφυδάτωσης και του πυρετού, ενώ ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος το περιέγραφε ως μία από τις πιο δροσιστικές τροφές της εποχής.
Το καρπούζι αλλάζει χρώμα
Τα πρώτα γλυκά καρπούζια που καλλιεργήθηκαν στη Μεσόγειο δεν ήταν κόκκινα, αλλά κιτρινωπά ή πορτοκαλί στο εσωτερικό τους.
Η μετάβαση στο χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα έγινε αργότερα, καθώς οι καλλιεργητές επέλεγαν συνεχώς πιο γλυκές ποικιλίες. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι το γονίδιο που ευθύνεται για το κόκκινο χρώμα συνδέεται άμεσα με εκείνο που αυξάνει την περιεκτικότητα σε σάκχαρα.
Έτσι, όσο πιο γλυκό γινόταν το καρπούζι, τόσο πιο κόκκινη γινόταν η σάρκα του.
Δείτε Το σπιτικό παγωτό που γίνεται σε λίγα λεπτά
Το καρπούζι που γνωρίζουμε σήμερα
Οι πρώτες σαφείς απεικονίσεις του σύγχρονου κόκκινου καρπουζιού εμφανίζονται σε ευρωπαϊκά χειρόγραφα του 14ου αιώνα. Εκεί απεικονίζεται ήδη με το χαρακτηριστικό μακρόστενο σχήμα, τις πράσινες ρίγες και το κατακόκκινο εσωτερικό του.
Σήμερα παράγονται παγκοσμίως περισσότερα από 100 εκατομμύρια τόνοι καρπουζιού κάθε χρόνο. Ωστόσο, πίσω από κάθε φέτα που απολαμβάνουμε το καλοκαίρι κρύβεται μια ιστορία χιλιάδων ετών, που ξεκινά από τις ερήμους της βορειοανατολικής Αφρικής και φτάνει μέχρι τα τραπέζια όλου του κόσμου.
πηγή: National Geographic
